σφάκτης

σφάκτης

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "σφάκτης" в других словарях:

  • σφάκτης — ὁ, θηλ. σφάκτρια, ΝΑ, και σφακτής Α βλ. σφάχτης …   Dictionary of Greek

  • πολυ(πο)σφάκτης — ο, Α ο πολυποξύστης*. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολύπος (άλλος τ. τού πολύπους, οδός) + σφάκτης (< σφάζω), πρβλ. εμβρυο σφάκτης] …   Dictionary of Greek

  • καλαμοσφάκτης — καλαμοσφάκτης, ὁ (Α) μτφ. αυτός που εξοντώνει, που κατατροπώνει με τον κάλαμο, με τη γραφίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάλαμος + σφάκτης (< σφάκτης < σφάζω), πρβλ. εμβρυο σφάκτης, χοιρο σφάκτης] …   Dictionary of Greek

  • σφάχτης — ο, ΝΜ, και σφάκτης, θηλ. σφάκτρια ΜΑ, και σφακτής Α [σφάζω] φονιάς, δολοφόνος νεοελλ. σφαγέας νεοελλ. μσν. οξύς πόνος στα πλευρά αρχ. το θηλ. ἡ σφάκτρια ιέρεια …   Dictionary of Greek

  • χοιροσφάκτης — ὁ, Μ (κυρίως ως βυζαντινό αξίωμα) ο σφαγέας χοίρων οι οποίοι προορίζονταν για θυσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < χοῖρος + σφάκτης (< σφάζω), πρβλ. ἐμβρυο σφάκτης] …   Dictionary of Greek

  • CONDITORIUM — apud Sueton. Aug. c. 18. Per idem tempus conditorium et corpus Magni Alexandri, cum prolatum (Alexandriae) e penetrali subiecisset oculis (Augustus) coronâ aureâ impositâ et floribus aspersis veneralus est: quibusdam est, quam Strabo, l. ult.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -της — ΝΜΑ παραγωγική κατάληξη πλήθους αρσενικών ονομάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, η οποία έχει προέλθει από ΙΕ κατάληξη σε t (πρβλ. αρχαίο ινδικό pariksi t, ομηρικό περι κτί ται) επεκτεταμένη με φωνήεν ᾱ / η . Η κατάληξη της χρησιμοποιήθηκε για …   Dictionary of Greek

  • σφάκτρια — ἡ, Α βλ. σφάκτης …   Dictionary of Greek

  • σφακτικός — ή, όν, ΜΑ [σφάκτης] αυτός που αναφέρεται ή χρησιμεύει στη σφαγή …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»